Οι στίχοι πραγματεύονται το οδυνηρό τέλος μιας σχέσης, το οποίο δεν επέρχεται μέσα από μια ειλικρινή αντιπαράθεση, αλλά μέσα από την κοινωνική κατακραυγή και τις φήμες.
Ο πρωταγωνιστής έρχεται αντιμέτωπος με το γεγονός της αποχώρησης του συντρόφου του, πληροφορούμενος την προδοσία από «τρίτους» και «ψίθυρους στον δρόμο».
Η κεντρική θεματολογία εστιάζει στην έλλειψη θάρρους της άλλης πλευράς να επικοινωνήσει την απόφασή της, προτιμώντας τη σιωπή. Αυτή η σιωπή, ωστόσο, αποδεικνύεται καταστροφική, καθώς η πληροφορία διαχέεται στο περιβάλλον, μετατρέποντας τον προσωπικό πόνο σε δημόσιο θέαμα.
Το τραγούδι υπογραμμίζει πώς η απώλεια της επικοινωνίας και η «φυγή» σε μια νέα αγκαλιά χωρίς προειδοποίηση, πλήττουν την αξιοπρέπεια του ατόμου που μένει πίσω, αφήνοντάς το στον «γκρεμό» των ξένων λόγων.
Η κεντρική θεματολογία εστιάζει στην έλλειψη θάρρους της άλλης πλευράς να επικοινωνήσει την απόφασή της, προτιμώντας τη σιωπή. Αυτή η σιωπή, ωστόσο, αποδεικνύεται καταστροφική, καθώς η πληροφορία διαχέεται στο περιβάλλον, μετατρέποντας τον προσωπικό πόνο σε δημόσιο θέαμα.
Το τραγούδι υπογραμμίζει πώς η απώλεια της επικοινωνίας και η «φυγή» σε μια νέα αγκαλιά χωρίς προειδοποίηση, πλήττουν την αξιοπρέπεια του ατόμου που μένει πίσω, αφήνοντάς το στον «γκρεμό» των ξένων λόγων.
Εμπνευσμένο από το τραγούδι "I Heard It Through The Grapevine" των Creedence Clearwater Revival.
Ανείπωτο τέλος
Μου είπαν πως ετοίμασες βαλίτσες της φυγής,
πως σ' άλλη αγκαλιά πηγαίνεις να κρυφτείς.
Κάποιοι μου το ψιθύρισαν, σε μια γωνιά – στο δρόμο
και ράγισε η καρδιά μου, στου χωρισμού τον πόνο.
Το έμαθα από τρίτους, το έμαθα τυχαία,
πως η δική μας η γιορτή δεν είναι πια ωραία.
Με φήμες και με ψίθυρους το τέλος έχει φτάσει,
πριν η δική σου η φωνή, να με καταδικάσει.
Γιατί δεν ήρθες να το πεις; Γιατί τόση σιωπή;
Η φήμη καίει σαν φωτιά – σκοτώνει η ντροπή.
Τ' ακούσματα με πλήγωσαν, τ' άσχημα τα μαντάτα,
πως «χάθηκες» σε σκοτεινά, σ' άγνωστα μονοπάτια.
Δεν είχες θάρρος να το πεις, να με κοιτάς στα μάτια,
και η καρδιά μου έγινε χίλια μικρά κομμάτια.
Το είπανε οι τοίχοι, το είπαν τα στενά,
πως η δική σου η αγάπη, πουλιέται στα φτηνά.
Στο "ράδιο" του δρόμου παίζει η καταστροφή μου,
πως φεύγεις και αφήνεις, ερείπιο τη ζωή μου.
Γιατί δεν ήρθες να το πεις; Γιατί τόση σιωπή;
Η φήμη καίει σαν φωτιά – σκοτώνει η ντροπή.
Δεν περιμένω λέξη πια, τό 'μαθα το γραφτό,
μέσα από ξένα λόγια βρέθηκα στον γκρεμό.
Κι αφού το είπανε πολλοί, το πήρε το αγέρι,
Θα γίνει η προδοσία σου για μένα το μαχαίρι.
Γιατί δεν ήρθες να το πεις; Γιατί τόση σιωπή;
Η φήμη καίει σαν φωτιά – σκοτώνει η ντροπή.




